• ΑΡΧΙΚΗ
  • ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
  • ΛΕΠΤΟ ΕΝΤΕΡΟ
  • Καρκινοειδείς όγκοι

Καρκινοειδείς όγκοι

ΚΑΡΚΙΝΟΕΙΔΕΣ

Ο όρος καρκινοειδές χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Obemdorfer το 1907 για να περιγράψει ορμονικά ενεργείς όγκους, οι οποίοι ακολουθούν μια περισσότερο καλοήθη πορεία από άλλους κακοήθεις όγκους.
Το καρκινοειδές του λεπτού εντέρου, ένας καλά διαφοροποιημένος νευροενδοκρινής όγκος, αποτελεί τον πιο συχνό κακοήθη όγκο του περιφερικού τμήματος του λεπτού εντέρου και η συχνότητα εμφάνισής του υπολογίζεται σε 1 ανά 300 αυτοψίες, ενώ η συχνότητα εμφάνισης μεταστάσεων είναι μικρή και υπολογίζεται σε 1/300.000 περιπτώσεις. Συχνότερες εντοπίσεις των μεταστάσεων αποτελούν οι επιχώριοι και οι παραορτικοί λεμφαδένες και το ήπαρ. Να σημειωθεί ότι η παρουσία απομακρυσμένων μεταστάσεων και κυρίως στο ήπαρ, μπορεί να συνοδεύεται από την εμφάνιση του καρκινοειδούς συνδρόμου.
Η σχέση καρκινοειδών όγκων και των συμπτωμάτων του καρκινοειδούς συνδρόμου: ερυθρότητα δέρματος, διάρροια, βρογχόσπασμος και δεξιά καρδιακή βαλβιδική νόσος, περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Thorson το 1954.27 Το εύρημα ότι η παρουσία της ουσίας 5-υδροξυτρυπταμίνης (σεροτονίνης) είναι εμφανής στους καρκινοειδείς όγκους και ότι οι ασθενείς με καρκινοειδές σύνδρομο αποβάλλουν αυξημένες ποσότητες 5-υδροξυινδολοξεικού οξέος, μεταβολίτου της σεροτονίνης, οδήγησε στην υπόθεση ότι οι εκδηλώσεις του καρκινοειδούς συνδρόμου οφείλονται σε υπερπαραγωγή σεροτονίνης από τους όγκους αυτούς.
Παθοφυσιολογία
Οι καρκινοειδείς όγκοι του λεπτού εντέρου εξορμώνται από τα χρωμόφιλα κύτταρα ή κύτταρα του Kulchitsky, τα οποία βρίσκονται διάσπαρτα στις εντερικές κρύπτες του Lieberkuhn. Τα κύτταρα αυτά αναφέρονται στη βιβλιογραφία και ως αργυρόφιλα κύτταρα, λόγω της χημικής συγγένειάς τους με τις χρωστικές του αργύρου.
Τα χρωμόφιλα κύτταρα του λεπτού εντέρου ανήκουν σε ένα σύστημα ενδοκρινικών κυττάρων, τα οποία ανευρίσκονται και σε άλλα όργανα όπως τα επινεφρίδια, ο θυρεοειδής αδένας, οι πνεύμονες και το πάγκρεας και τα οποία εκκρίνουν πολυπεπτίδια, μέσω ενός μηχανισμού πρόσληψης και αποκαρβοξυλίωσης πρόδρομων αμινοξέων των βιογενών αμινών, όπως της σεροτονίνης και των κατεχολαμινών.28 Το σύστημα αυτό των ενδοκρινικών κυττάρων (APUD) έχει κοινή εμβρυϊκή καταβολή από το νευρικό έξω βλαστικό δέρμα και η δυσπλασία του έξω βλαστικού δέρματος μπορεί να εξηγήσει την εμφάνιση πολλαπλών ενδοκρινικών νεοπλασιών και την παραγωγή ποικιλίας πεπτιδικών ορμονών. Έτσι, παρατηρούνται ιστολογικές ομοιότητες των καρκινοειδών όγκων με νησιδιακούς όγκους του παγκρέατος και με μυελοειδή καρκινώματα του θυρεοειδούς όπως, επίσης, όγκοι που ιστολογικά εμφανίζονται ως καρκινοειδή μπορεί να παράγουν, εκτός της σεροτονίνης, γαστρίνη, καλσιτονίνη, ινσουλίνη, νευροτενσίνη και κατεχολαμίνες. Η κοινή αυτή εμβρυϊκή καταγωγή μπορεί, τέλος, να εξηγήσει το γεγονός της παρουσίας πολλαπλών πρωτοπαθών καρκινοειδών όγκων σε ένα ασθενή.

Επιδημιολογικά χαρακτηριστικά
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η συχνότητα εμφάνισης καρκινοειδών όγκων υπολογίζεται σε 1/300 ασθενείς, η συχνότητα του καρκινοειδούς συνδρόμου σε 1/300.000 περιπτώσεις και οι δύο στους τρείς καρκινοειδείς όγκους αφορούν το πεπτικό σύστημα. Η επίπτωση σε άνδρες και γυναίκες είναι ίδια, ενώ δεν παρατηρήθηκε διαφορά στην επίπτωση μεταξύ των διαφόρων φυλών. Η συχνότητα εμφάνισης της νόσου φθάνει τη μέγιστη τιμή της στα 62 χρόνια, ενώ είναι πολύ μικρή σε νεαρά άτομα και αυτό αποδίδεται στο γεγονός ότι τα αργυρόφιλα κύτταρα, από τα οποία εξορμώνται οι καρκινοειδείς όγκοι, αναγνωρίζονται μόνο σε παιδιά μεγαλύτερα των 4 ετών.29
Διάκριση των Καρκινοειδών όγκων
Οι καρκινοειδείς όγκοι εμφανίζουν κλινικές, βιοχημικές και μορφολογικές διαφορές, οι οποίες σχετίζονται με τη θέση εξόρμησής τους. Ένας τρόπος διάκρισής τους στηρίζεται στο εάν εξορμώνται από όργανα που σχηματίζονται από το πρόσθιο εμβρυϊκό έντερο (foregut): βρόγχοι, στόμαχος, πάγκρεας, δωδεκαδάκτυλο, από το μέσο εμβρυϊκό έντερο (midgut): από το σύνδεσμο του Treitz έως τη μεσότητα του εγκαρσίου κόλου και από το οπίσθιο εμβρυϊκό έντερο (hindgut): από το μέσο του εγκαρσίου έως το ορθό. Ένας άλλος τρόπος διάκρισης στηρίζεται στο εάν υπερπαράγουν ή όχι πεπτιδικές ορμόνες: εκκριτικοί και μη εκκριτικοί όγκοι. Χαρακτηριστικά, οι όγκοι που εξορμώνται από όργανα του μέσου εμβρυϊκού εντέρου εκκρίνουν σεροτονίνη και οι ασθενείς αυτοί αποβάλλουν αυξημένες ποσότητες 5-υδροξυινδολοξεικού οξέος στα ούρα. Οι όγκοι από το πρόσθιο εμβρυϊκό έντερο εμφανίζουν, συνήθως, μικρή δραστηριότητα του ενζύμου της αποκαρβοξυλάσης των L-αμινοξέων, το οποίο μετατρέπει την 5-υδροξυτρυπτοφάνη σε 5-υδροξυτρυπταμίνη (σεροτονίνη). Έτσι, οι όγκοι αυτοί εκκρίνουν κυρίως 5-υδροξυτρυπτοφάνη αν και μερικές φορές συνυπάρχει και έκκριση σεροτονίνης. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μετά την έκκριση της 5-υδροξυτρυπτοφάνης αυτή μεταβολίζεται σε σεροτονίνη και τους μεταβολίτες της σε άλλα όργανα του σώματος. Έτσι, ασθενείς με καρκινοειδείς όγκους του πρόσθιου εμβρυϊκού εντέρου, ενώ δεν εκκρίνουν άμεσα μεγάλες ποσότητες σεροτονίνης, είναι δυνατό να αποβάλλουν στα ούρα αυξημένες ποσότητες 5-υδροξυινδολοξεικού οξέος. Αντίθετα, όγκοι που εξορμώνται από όργανα του οπισθίου εμβρυϊκού εντέρου δεν εκκρίνουν μεγάλες ποσότητες 5-υδροξυτρυπτοφάνης ή σεροτονίνης και, έτσι, οι ασθενείς αυτοί δεν αποβάλλουν αυξημένες ποσότητες 5-υδροξυινδολοξεικού οξέος στα ούρα.
Κλινικές Εκδηλώσεις
Οι κλινικές εκδηλώσεις των καρκινοειδών όγκων διακρίνονται σε ενδοκρινικές και μη ενδοκρινικές.
Οι ενδοκρινικές εκδηλώσεις χαρακτηρίζονται με τον όρο καρκινοειδές σύνδρομο και είναι: ερυθρότητα δέρματος, κυρίως κεφαλής και τραχήλου, διάρροια, βρογχόσπασμος και δεξιά καρδιακή βαλβιδική νόσος. Οι περισσότεροι ασθενείς με καρκινοειδείς όγκους δεν εμφανίζουν το σύνδρομο, ενώ οι ενδοκρινικές εκδηλώσεις είναι συχνότερες σε όγκους του μέσου εμβρυϊκού εντέρου και ποικίλουν ανάλογα με το σημείο εξόρμησής τους. Έτσι, ασθενείς με καρκινοειδείς όγκους του λεπτού εντέρου και του αρχικού τμήματος του παχέος εντέρου εμφανίζουν το καρκινοειδές σύνδρομο σε ποσοστό 40-50%. Λιγότερο συχνά το εμφανίζουν ασθενείς με καρκινοειδείς όγκους των βρόγχων, σπάνια εμφανίζεται σε ασθενείς με όγκους της σκωληκοειδούς, ενώ ασθενείς με καρκινοειδείς όγκους του ορθού δεν εμφανίζουν το σύνδρομο ακόμα και σε περιπτώσεις τοπικά εκτεταμένης νόσου ή παρουσίας μεταστάσεων. Η παρουσία του καρκινοειδούς συνδρόμου εξαρτάται, επίσης, από το μέγεθος του πρωτοπαθούς όγκου και από την παρουσία ή μη μεταστάσεων. Η εμφάνισή του είναι ασυνήθης σε περιπτώσεις μικρών όγκων, ενώ η παρουσία του συνδυάζεται, σχεδόν πάντοτε, με ηπατικές μεταστάσεις. Η σχέση του συνδρόμου με τις ηπατικές μεταστάσεις αποδίδεται στη μη αποτελεσματική αδρανοποίηση από το ήπαρ των ορμονών που απελευθερώνονται από ενδοκοιλιακούς όγκους στην πυλαία κυκλοφορία. Επιπλέον, λόγω του ότι η φλεβική αποχέτευση των ηπατικών μεταστάσεων κατευθύνεται στη συστηματική κυκλοφορία, μέσω των ηπατικών φλεβών, οδηγεί τις ορμόνες που παράγονται από τους ηπατικούς μεταστατικούς όγκους στη συστηματική κυκλοφορία παρακάμπτοντας την πυλαία κυκλοφορία.
Η αναγνώριση των μη ενδοκρινικών εκδηλώσεων σε πρώϊμη φάση της νόσου αυξάνει την πιθανότητα διάγνωσης πριν παρουσιασθούν απομακρυσμένες μεταστάσεις  ή οι ενδοκρινικές εκδηλώσεις της νόσου. Οι ασθενείς με καρκινοειδείς όγκους που εξορμώνται από όργανα του μέσου εμβρυϊκού εντέρου, όπως το λεπτό έντερο, εμφανίζουν συμπτώματα για μεγάλο χρονικό διάστημα (2-5 χρόνια) πριν τη διάγνωση και αυτά είναι: το κοιλιακό άλγος, η διαλείπουσα εντερική απόφραξη και η ψηλαφητή κοιλιακή μάζα, καθένα από τα οποία παρουσιάζεται σε ποσοστό 50% των ασθενών.Να σημειωθεί ότι η εντερική απόφραξη συνήθως εμφανίζεται μετά τη διήθηση του μεσεντερίου και την ακόλουθη δεσμοβλαστική αντίδραση, η οποία οδηγεί στη δημιουργία συμφύσεων μεταξύ των εντερικών ελίκων και στη δημιουργία μάζας. Έτσι, το σύμπτωμα της υποτροπιάζουσας και διαλείπουσας εντερικής απόφραξης πρέπει να θέτει την υποψία ύπαρξης καρκινοειδούς όγκου.  
Ειδικότερα, τα συμπτώματα των καρκινοειδών όγκων του λεπτού εντέρου οφείλονται στην παρουσία του πρωτοπαθούς όγκου, στην ύπαρξη ή μη μεταστατικής νόσου και στο καρκινοειδές σύνδρομο. Να σημειωθεί, όμως, ότι πολλοί καρκινοειδείς όγκοι του λεπτού εντέρου είναι μικροί και ασυμπτωματικοί και η ύπαρξή τους αποδεικνύεται τυχαία κατά τη διάρκεια νεκροτομής.  
·0 Τα συμπτώματα της μερικής εντερικής απόφραξης είναι αποτέλεσμα της δεσμοβλαστικής αντίδρασης του μεσεντερίου, όταν ο όγκος διηθήσει το μεσεντέριο.
·1 Αιμορραγία του κατώτερου πεπτικού είναι αποτέλεσμα της εξέλκωσης του υπερκείμενου του όγκου εντερικού βλεννογόνου.
·2 Εντερική ισχαιμία εμφανίζεται δευτερογενώς, λόγω αγγειοπάθειας των αγγείων του μεσεντερίου, η οποία οφείλεται στη δεσμοβλαστική αντίδραση του μεσεντερίου.
·3 Γενικά συμπτώματα ανορεξίας, απώλειας βάρους και κόπωσης αποδίδονται στην παρουσία μεταστατικής νόσου στους επιχώριους λεμφαδένες και στο ήπαρ.
·4 Το καρκινοειδές σύνδρομο, σε περιπτώσεις καρκινοειδών όγκων του λεπτού εντέρου, συνδυάζεται μόνο με μαζική κατάληψη του ήπατος από μεταστάσεις.  Αυτό οφείλεται, όπως έχει ήδη αναφερθεί, στο ότι η σεροτονίνη και άλλες αγγειοδραστικές ουσίες, που εκκρίνονται από τους μεταστατικούς όγκους, απάγονται προς τη συστηματική κυκλοφορία αποφεύγοντας το μεταβολισμό τους από το ήπαρ.
·5 Το σύνδρομο δύσκολα διαγιγνώσκεται στα αρχικά στάδια, καθώς οι ασθενείς αναφέρουν ασαφή κοιλιακά ενοχλήματα και ερυθρότητα δέρματος κεφαλής και τραχήλου και, συνήθως, η ακριβής διάγνωση καθυστερεί περισσότερο από 8 χρόνια από την έναρξη των συμπτωμάτων.
·6 Η αρχική διάγνωση είναι ευερέθιστο έντερο ή ιδιοπαθές flushing.
·7 Τα σημαντικότερα συμπτώματα του συνδρόμου είναι: ηπατομεγαλία, διάρροια και ερυθρότητα δέρματος στο 80% των ασθενών, δεξιά καρδιακή βαλβιδική νόσος στο 50% των ασθενών και βρογχικό άσθμα σε ποσοστό 25% των ασθενών.
·8 Η ερυθρότητα του δέρματος είναι, συχνά, το πρωϊμότερο σύμπτωμα του συνδρόμου, εμφανίζεται αυτόματα, κυρίως στην κεφαλή και στον τράχηλο και μπορεί να προκληθεί από σωματική άσκηση, ψυχική διέγερση, λήψη ορισμένων τροφών ή αλκοόλ.
·9 Η διάρροια αποτελεί το συχνότερο σύμπτωμα, Συνήθως είναι επεισοδιακή και συχνά παρατηρείται μετά τα γεύματα. Αποδίδεται στο γεγονός ότι οι αυξημένες ποσότητες σεροτονίνης στην κυκλοφορία προκαλούν αυξημένη έκκριση υγρών και ηλεκτρολυτών από το λεπτό έντερο, με αποτέλεσμα αυξημένη κινητικότητα του εντέρου.
·10 Η δεξιά καρδιακή βαλβιδική νόσος, συνήθως, εμφανίζεται μετά αρκετά χρόνια από την έναρξη του συνδρόμου. Η κυκλοφορούσα σεροτονίνη προκαλεί μη αναστρέψιμη ενδοκαρδιακή ίνωση της τριγλώχινος και της πνευμονικής βαλβίδας με αποτέλεσμα τη δυσλειτουργία τους, στένωση ή ανεπάρκεια. Οι πνεύμονες μεταβολίζουν τη σεροτονίνη και, έτσι, προστατεύονται οι βαλβίδες των αριστερών καρδιακών κοιλοτήτων. Η κατάληξη της βαλβιδοπάθειας των δεξιών καρδιακών κοιλοτήτων είναι η δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια.
·11 Το βρογχικό άσθμα οφείλεται σε βρογχόσπασμο που προκαλεί η σεροτονίνη, η βραδυκινίνη και το στοιχείο Ρ, που εκκρίνονται από τον καρκινοειδή όγκο. Να σημειωθεί ότι η θεραπεία του άσθματος, στην περίπτωση αυτή, πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή καθώς, τα αδρενεργικά φάρμακα είναι δυνατό να προκαλέσουν την απελευθέρωση ουσιών από τον όγκο με κατάληξη το status asthmaticus.
·12 Η καρκινοειδής κοιλιακή κρίση είναι ένα σπάνιο οξύ κοιλιακό σύνδρομο, το οποίο χαρακτηρίζεται από έντονο σπαστικό κοιλιακό άλγος χωρίς εκδηλώσεις εντερικής απόφραξης. Αποδίδεται σε εντερική ισχαιμία, η οποία οφείλεται στην έκκριση, από τον όγκο, αγγειοδραστικών ουσιών, σε συνδυασμό με μειωμένη αιματική ροή στα μεσεντέρια αγγεία, αποτέλεσμα της περιαγγειακής μεσεντερίου ίνωσης.
Κλινικά Σημεία
Συχνά οι ασθενείς δεν εμφανίζουν παθολογικά κλινικά σημεία και
φαίνονται υγιείς. Οι ασθενείς με κρίση καρκινοειδούς συνδρόμου εμφανίζουν ερυθρότητα δέρματος προσώπου, τραχήλου και ανώτερου θωρακικού τοιχώματος, η οποία διαρκεί ώρες έως ημέρες. Δυνατό να παρουσιάζουν χαμηλή αρτηριακή πίεση, δακρύρροια, πυρετό και μέτρια έως έντονη ανησυχία.
·13 Απο το δέρμα: τηλεαγγειεκτασίες παρειάς άμφω και εξάνθημα στα άκρα, συνήθως σε τελικού σταδίου μη ελεγχόμενη νόσο.
·14 Από τους πνεύμονες: ακρόαση συριγμών.
·15 Από την ακρόαση της καρδιάς: συνήθως φυσιολογικούς ήχους. Σε παρατεταμένη, όμως, και ανεξέλεγκτη έκκριση σεροτονίνης παρατηρούνται ήχοι ανεπάρκειας της τριγλώχινος και σπανιότερα ήχοι στένωσης της πνευμονικής βαλβίδας.
·16 Από την εξέταση της κοιλίας: πιθανά διάταση χωρίς ευαισθησία, εντερικοί ήχοι φυσιολογικοί ή ήχοι στάσεως, πιθανά ηπατομεγαλία.
·17 Από τα άκρα: αμφοτερόπλευρο κατώτερο οίδημα.
Παρακλινικός Έλεγχος
Δυστυχώς, οι περισσότεροι ασθενείς με καρκινοειδείς όγκους του
λεπτού εντέρου εμφανίζονται με μεταστατική νόσο και μόνο 20% των πασχόντων διαγιγνώσκονται σε εξαιρέσιμη φάση της νόσου.30   
    Εργαστηριακές εξετάσεις. Η μόνη εργαστηριακή εξέταση που θέτει τη διάγνωση του καρκινοειδούς συνδρόμου είναι ο προσδιορισμός υψηλών επιπέδων, συνήθως πενταπλάσιων του φυσιολογικού, 5-υδροξυινδολοξεικού οξέος σε συλλογή ούρων 24ώρου. Να σημειωθεί ότι 24 ώρες πριν τη συλλογή των ούρων πρέπει να αποκλεισθούν από το διαιτολόγιο: μπανάνες, ανανάδες, ντομάτες,αβοκάντος, δαμάσκηνα, καρύδια και μελιτζάνες.
    Απεικονιστικές εξετάσεις.
·18 Το υπερηχογράφημα έχει περιορισμένη αξία και, κυρίως, σε όγκους μικρότερους του 1 εκ.
·19 Η αξονική τομογραφία, χωρίς τη χορήγηση ενδοφλέβιου σκιαγραφικού, αποτελεί τη διαγνωστική μέθοδο εκλογής των μεταστατικών καρκινοειδών όγκων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι όγκοι αυτοί είναι πολύ αγγειοβριθείς και, έτσι, εμφανίζονται με την ίδια πυκνότητα με τον παρακείμενο ιστό, εάν χορηγηθεί σκιαγραφικό.30 Η αξονική τομογραφία μπορεί να αναδείξει και τη διήθηση του μεσεντερίου στο 50% των ασθενών με μεταστατική νόσο.
·20 Η μαγνητική τομογραφία αρχικά είχε περιορισμένη χρήση, λόγω της ανεπαρκούς διάθεσης του εξοπλισμού και της δυσκολίας διάκρισης μεταξύ μικρών αγγειοβριθών ενδοηπατικών όγκων και καλοήθων αιμαγγειομάτων. Με την τεχνική εξέλιξη της μεθόδου, η μαγνητική τομογραφία χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ως συμπληρωματική διαγνωστική εξέταση των ενδοκοιλιακών καρκινοειδών όγκων.
·21 Το σπινθηρογράφημα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε περιπτώσεις που οι άλλες εξετάσεις ρουτίνας έχουν αποτύχει να αναδείξουν την εντόπιση του καρκινοειδούς όγκου. Η μέθοδος στηρίζεται στην ενδοφλέβια χορήγηση ραδιοσεσημασμένων νουκλεοτιδίων, τα οποία προσλαμβάνονται από τα κύτταρα του νευροενδοκρινούς όγκου με αποτέλεσμα τον εντοπισμό του. Το πλεόν συχνά χρησιμοποιούμενο σπινθηρογράφημα είναι το OctreoScan, κατά το οποίο η οκτρεοτίδη, ανάλογο της σωματοστατίνης, σημαίνεται με ένα ραδιενεργό ισότοπο, συνήθως 111In και ενίεται ενδοφλεβίως. Η επιφάνεια των κυττάρων των καρκινοειδών όγκων έχουν, συχνά, υποδοχείς της σωματοστατίνης και, έτσι, το σεσημασμένο ανάλογο συνδέεται με τα νεοπλασματικά κύτταρα επιτρέποντας την απεικόνιση του όγκου.
·22 Το PET scan χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις αβέβαιων αποτελεσμάτων του σπινθηρογραφήματος. Στηρίζεται στη δυνατότητα των όγκων να προσλαμβάνουν ραδιοσεσημασμένα στοιχεία, που χρησιμοποιούνται στο μεταβολισμό τους και ο όγκος ανιχνεύεται μέσω της μεταβολικής του δραστηριότητας. Σε λιγότερο διαφοροποιημένους όγκους, οι οποίοι έχουν εντονότερο μεταβολισμό, χρησιμοποιείται FDG (18F deoxyglucose). Σε καλά διαφοροποιημένους όγκους, με λιγότερο έντονο μεταβολισμό, η πρόσληψη της FDG είναι ανεπαρκής και, στην περίπτωση αυτή, χρησιμοποιείται 5-υδροξυτρυπτοφάνη σεσημασμένη με C15.
·23 Η ενδοσκόπηση είναι μέθοδος περιορισμένης αξίας για τη διάγνωση καρκινοειδών όγκων του λεπτού εντέρου, εκτός του δωδεκαδακτύλου και οι ακτινολογικές εξετάσεις δεν εμφανίζουν ειδικότητα.
Σταδιοποίηση
Δεν υπάρχει ένα σύστημα ταξινόμησης και σταδιοποίησης των καρκινοειδών όγκων. Τα διάφορα συστήματα ταξινόμησης είναι:
·24 Του WHO (World Health Organization), που στηρίζεται στο βαθμό κακοήθειας του όγκου και τους διακρίνει σε: καλοήθεις νευροενδοκρινείς όγκους και σε κακοήθεις, τους οποίους επιπλέον διακρίνει σε: καλά διαφοροποιημένους (μη επιθετικούς) και σε κακά διαφοροποιημένους (επιθετικούς).
·25 Με βάση την επέκτασή τους οι καρκινοειδείς όγκοι διακρίνονται σε: εντοπισμένους (περιορισμένους στο όργανο ανάπτυξής τους), περιοχικά επεκτεινόμενους (περιορισμένη διήθηση των πέριξ ιστών) και σε μεταστατικούς.
Θεραπεία
Χειρουργική θεραπεία. Η χειρουργική αποτελεί την πλέον
αποτελεσματική μέθοδο αντιμετώπισης των καρκινοειδών όγκων του λεπτού εντέρου. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης πρέπει να εκτελείται σχολαστικός έλεγχος σε όλο το μήκος του εντέρου, καθώς η πιθανότητα ύπαρξης πολλαπλών όγκων είναι αρκετά μεγάλη. Το μέγεθος του όγκου αποτελεί ένα καλό δείκτη του βαθμού κακοήθειας. Έτσι, για όγκους μικρότερους του 1 εκ. η τοπική εκτομή του είναι, συνήθως, αρκετή.  Αντίθετα, για όγκους με διάμετρο μεγαλύτερη του 1,5 εκ. απαιτείται τμηματική εκτομή του λεπτού εντέρου και περιοχική λεμφαδενεκτομή, καθώς η πιθανότητα υποτροπής είναι σημαντική.
    Φαρμακευτική αγωγή.
·26 Χημειοθεραπεία. Η πιθανότητα ανταπόκρισης των καρκινοειδών όγκων στη χρήση χημειοθεραπευτικών φαρμάκων ποικίλλει, αλλά σπάνια υπερβαίνει το 30% και είναι προσωρινή με ρόλο παρηγορικό. Κυρίως, έχουν χρησιμοποιηθεί σχήματα με βάση την 5-Fluorouracil και Streptozocin σε ασθενείς με μεταστατικούς καρκινοειδείς όγκους. Η αξία νεώτερων φαρμάκων όπως, οι ταξάνες, η gemcitabine (Gemzar) και η irinotecan (Campto) δεν έχει αποδειχθεί.
·27 Ακτινοθεραπεία. Ο ρόλος της είναι παρηγορικός και, κυρίως, σε επώδυνες οστικές μεταστάσεις.
·28 Άλλες θεραπείες. Υψηλές δόσεις ραδιοσεσημασμένης με I131 metaiodobenzylguanidine, μικρές δόσεις ιντερφερόνης-α και οκτρεοτίδη έχουν χρησιμοποιηθεί με αποτέλεσμα κάποια βελτίωση των συμπτωμάτων. Ανταπόκριση, όμως, του όγκου σπάνια παρατηρείται και, όταν συμβαίνει, είναι προσωρινή.31 Η χορήγηση οκτρεοτίδης, ανάλογου της σωματοστατίνης, προκαλεί ύφεση των συμπτωμάτων του καρκινοειδούς συνδρόμου, εφόσον στο OctreoScan έχει αποδειχθεί η παρουσία υποδοχέων σωματοστατίνης στον όγκο. Σε ασθενείς με σημαντικά διαρροϊκά επεισόδια, η χορήγηση αντιδιαρροϊκών φαρμάκων αποδεικνύεται χρήσιμη. Συνήθως χρησιμοποιείται Cyproheptadine και αναστολείς των υποδοχέων της ισταμίνης-2, καθώς προκαλούν καταστολή της παραγωγής των αγγειοδραστικών αμινών και εμποδίζουν την περιφερική τους δράση.
Θεραπεία των μεταστάσεων. Η χειρουργική αντιμετώπιση των μεταστάσεων ενδείκνυται στις περισσότερες περιπτώσεις, καθώς αποτελεί την αποτελεσματικότερη μέθοδο ανακούφισης των συμπτωμάτων.
·29 Ο πρωτοπαθής όγκος του λεπτού εντέρου πρέπει να εξαιρείται, έστω και εάν υπάρχουν απομακρυσμένες μεταστάσεις, προς αποφυγή μελλοντικής εντερικής απόφραξης.
·30 Σε περιπτώσεις απόφραξης, το αποφραχθέν τμήμα του λεπτού εντέρου αφαιρείται ή παρακάμπτεται.
·31 Πολλαπλές ηπατικές μεταστάσεις, σε ασθενείς με καρκινοειδές σύνδρομο, αφαιρούνται ή καυτηριάζονται με αποτέλεσμα σημαντική ύφεση των συμπτωμάτων του συνδρόμου.
·32 Σε περιπτώσεις μεγάλων και μη εξαιρέσιμων ηπατικών μεταστάσεων, μπορεί να εφαρμοσθεί απολίνωση ή εμβολισμός της ηπατικής αρτηρίας σε συνδυασμό με ενδοηπατική έγχυση χημειοθεραπευτικών φαρμάκων. Η μέθοδος προκαλεί σημαντική νέκρωση του όγκου με μείωση της μάζας του έως και 60% σε μερικές περιπτώσεις, αλλά δυνατό να εμφανισθούν τοξικές παρενέργειες όπως, πυρετός, ναυτία, έμετοι και κοιλιακό άλγος.32  
Πρόγνωση
Η πρόγνωση των καρκινοειδών όγκων εξαρτάται από τη θέση και το
μέγεθος του πρωτοπαθούς όγκου. Γενικά, οι ασθενείς με όγκους που εξορμώνται από όργανα του μέσου εμβρυϊκού εντέρου επιβιώνουν για μεγαλύτερο διάστημα από ασθενείς με όγκους του προσθίου και του οπισθίου εμβρυϊκού εντέρου. Η πενταετής επιβίωση, από τη στιγμή διάγνωσης μεταστατικής νόσου, είναι περίπου 67% και καμία θεραπεία δεν έχει καταφέρει να παρατείνει την επιβίωση στους ασθενείς αυτούς. Όλοι οι θεραπευτικοί χειρισμοί έχουν παρηγορικό χαρακτήρα. Να τονισθεί ότι μόνο οι μισοί ασθενείς (57%) με καρκινοειδείς όγκους του λεπτού εντέρου εμφανίζονται με εντοπισμένη νόσο. Από τους υπόλοιπους, το 67% των ασθενών εμφανίζεται με περιοχικές μεταστάσεις και το 40% με απομακρυσμένες μεταστάσεις.
    Παρακολούθηση
    Για τους ασθενείς με καρκινοειδείς όγκους του λεπτού εντέρου απαιτείται συχνή παρακολούθηση για μεγάλο χρονικό διάστημα. Περιλαμβάνει τον, ανά 6 μήνες, για τα 3 πρώτα χρόνια και μετά ανά έτος, προσδιορισμό των βιολογικών δεικτών στο αίμα και στα ούρα. Επιπλέον απεικονιστικός έλεγχος, με αξονική ή μαγνητική τομογραφία, εξαρτάται από τα αποτελέσματα των βιοχημικών εξετάσεων και τα κλινικά ευρήματα.33

 

001

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο